Meaning of Τουρκία | Babel Free
/tuɾˈci.a/Ορισμοί
-
οι Τούρκοι ως σύνολο dated, offensive
-
το τουρκικό έθνος offensive
- κράτος της Ασίας και της Ευρώπης, γύρω από τα στενά του Βοσπόρου και στη χερσόνησο της Μικράς Ασίας, με πρωτεύουσα την Άγκυρα, επίσημη γλώσσα την τουρκική και νόμισμα την τουρκική λίρα
-
η Οθωμανική Αυτοκρατορία figuratively
Ισοδύναμα
English
Turkey
Παραδείγματα
“※ Η Τουρκία είναι ένας από τους πιο μεγάλους επενδυτές στην Αλβανία”
“※ Να ʼμουν πουλί να πέταγα, να πήγαινα τʼ αψήλου / νʼ αγνάντευα τη Ρούμελη, το έρμο Μεσολόγγι, / πώς πολεμά με την Τουρκιά, με τέσσερους πασάδες. (δημοτικό)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.