HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Τουρκία | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/tuɾˈci.a/

Ορισμοί

  1. οι Τούρκοι ως σύνολο
    dated, offensive
  2. το τουρκικό έθνος
    offensive
  3. κράτος της Ασίας και της Ευρώπης, γύρω από τα στενά του Βοσπόρου και στη χερσόνησο της Μικράς Ασίας, με πρωτεύουσα την Άγκυρα, επίσημη γλώσσα την τουρκική και νόμισμα την τουρκική λίρα
  4. η Οθωμανική Αυτοκρατορία
    figuratively

Ισοδύναμα

English Turkey

Παραδείγματα

“※ Η Τουρκία είναι ένας από τους πιο μεγάλους επενδυτές στην Αλβανία”
“※ Να ʼμουν πουλί να πέταγα, να πήγαινα τʼ αψήλου / νʼ αγνάντευα τη Ρούμελη, το έρμο Μεσολόγγι, / πώς πολεμά με την Τουρκιά, με τέσσερους πασάδες. (δημοτικό)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Τουρκία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course