τουλίπα
Ορισμοί
βολβόριζο διακοσμητικό φυτό με μακρύ βλαστό, μακρόστενα φύλλα και ένα μόνο άνθος που βγαίνει στην αρχή της άνοιξης
Ισοδύναμα
31 more languages
Afrikaanstulp
Azərbaycan dilitülpan
Catalàtulipa
Češtinatulipán
Dansktulipan
Esperantotulipo
Eestitulp
Suomitulppaani
Galegotulipán
עבריתצבעוני
हिन्दीलाला
Italianotulipano
日本語鬱金香
한국어튤립
Kurdîlale
Lietuviųtulpė
Latviešutulpe
Nederlandstulp
Polskitulipan
Portuguêstúlipa
Românălalea
Русскийтюльпан
ไทยทิวลิป
Türkçelale
中文鬱金香
繁體中文鬱金香
Παραδείγματα
“※ Στον κήπο του φύτρωναν κι άνθιζαν όλων των λογιών τα λουλούδια: τριαντάφυλλα, τουλίπες, μαργαρίτες, κυκλάμινα, ζουμπούλια κι όμορφα κατακόκκινα γαρίφαλα. (Ζωρζ Σαρή, Το γαϊτανάκι, 1973)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free