Σημασία του τουλίπα | Babel Free
tuˈli.paΟρισμοί
βολβόριζο διακοσμητικό φυτό με μακρύ βλαστό, μακρόστενα φύλλα και ένα μόνο άνθος που βγαίνει στην αρχή της άνοιξης
Ισοδύναμα
Afrikaans
tulp
Azərbaycanca
tülpan
Català
tulipa
Čeština
tulipán
Dansk
tulipan
English
Tulip
Esperanto
tulipo
Español
tulipán
Eesti
tulp
Suomi
tulppaani
Galego
tulipán
עברית
צבעוני
हिन्दी
लाला
Italiano
tulipano
日本語
鬱金香
한국어
튤립
Kurdî
lale
Lietuvių
tulpė
Latviešu
tulpe
Nederlands
tulp
Polski
tulipan
Português
túlipa
Română
lalea
Русский
тюльпан
ไทย
ทิวลิป
Türkçe
lale
中文
鬱金香
ZH-TW
鬱金香
Παραδείγματα
“※ Στον κήπο του φύτρωναν κι άνθιζαν όλων των λογιών τα λουλούδια: τριαντάφυλλα, τουλίπες, μαργαρίτες, κυκλάμινα, ζουμπούλια κι όμορφα κατακόκκινα γαρίφαλα. (Ζωρζ Σαρή, Το γαϊτανάκι, 1973)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free