Meaning of τορτίγια | Babel Free
/toɾˈti.ʝa/Ορισμοί
- επίπεδο στρογγυλό ψωμί από καλαμποκάλευρο ή αλεύρι
- είδος ομελέτας που περιέχει πατάτες και κρεμμύδια
Ισοδύναμα
English
tortilla
Παραδείγματα
“※ Οι φρεσκοψημένες τορτίγιες υπάρχουν παντού, από το πρωινό των ξενοδοχείων μέχρι τα εστιατόρια και τους μικρούς υπαίθριους πάγκους. (Βαγγέλης Δρίσκας, Μεξικάνικη κουζίνα: Η μεγάλη γιορτή των γεύσεων, εφημερίδα Έθνος, 11 Ιουλίου 2020)”
“※ H ισπανική τορτίγια είναι δημοφιλής σε ολόκληρη την Ισπανία και συνήθως χρησιμεύει ως τάπας, μεζέ δηλαδή. (Ποια φαγητά να δοκιμάσετε αν ταξιδέψετε στην Ισπανία, tvxs.gr, 19 Μαρτίου 2019)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.