Meaning of τοπωνυμία | Babel Free
/to.po.niˈmi.a/Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπωνύμιο accusative, nominative, plural, vocative
- άλλη μορφή του τοπωνύμιο
- η μελέτη των τοπικών ονομασιών, με βάση ετυμολογικές, ιστορικές και γεωγραφικές πληροφορίες
Παραδείγματα
“※ πλάκα: τοπωνυμία συνήθης εις χ. εις τοποθεσίας όπου υπάρχουν μεγάλαι πέτραι ομαλαί ισουψείς με το έδαφος (Ηπειρωτικά χρονικά, Τόμοι 7-8, 1932, σελ. 238 σ.σ. με το χ. εννοείται χωριά)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.