τοπολογία
Ορισμοί
- η μελέτη ενός τόπου (ως προς τη γεωγραφία του, την ιστορία του, τις ιδιότητές του κ.α.).
- κλάδος των μαθηματικών που μελέτα εκείνες τις ιδιότητες των γεωμετρικών σχηματισμών που παραμένουν αμετάβλητες όταν αυτοί υπόκεινται σε ελαστικές παραμορφώσεις, όπως για παράδειγμα σε έκταση ή σε συστροφή (ομοιομορφισμοί). Η τοπολογία, δηλαδή, ενδιαφέρεται για τις γενικές ιδιότητες ενός τοπολογικού χώρου και όχι για τις ιδιότητες των ποικίλων διαμορφώσεων που αυτός μπορεί να λάβει. Βασικές έννοιες: συνέχεια, σύγκλιση.
- Η διάταξη με την οποία συνδέονται οι κόμβοι (nodes) μέσω καναλιών (links) σε ένα δίκτυο τηλεπικοινωνιών (βλ. και τοπολογία δικτύου)
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“για την τοπολογία μία σφαίρα και ένας κύβος είναι ισοδύναμοι”
“η τοπολογία ενός δικτύου μπορεί να έχει δομή αστέρα (star), δακτυλίου (ring), αρτηρίας (bus) ή βρόχου (mesh)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free