τοπογραφία
Ορισμοί
- η μορφή και τα (φυσικά ή τεχνητά) χαρακτηριστικά ενός τόπου
-
η απεικόνιση αυτής της μορφής (με τρόπο ανάγλυφο και σε κλίμακα) σε χάρτη broadly
-
η επιστήμη που ασχολείται μ’ αυτήν την απεικόνιση και τη δημιουργία των σχετικών χαρτών broadly
-
η περιγραφή με λεπτομερειακό τρόπο και η ερμηνεία / ανάλυση των χαρακτηριστικών ενός συνόλου (κοινωνία κ.λπ.) figuratively
Ισοδύναμα
34 more languages
العربيةطوبغرافيا
Catalàtopografia
Dansktopografi
Ελληνικάαγνάντεμα
Esperantotopografio
Eestigeodeesia
Gaeilgetopagrafaíocht
עבריתטופוגרפיה
हिन्दीसर्वेक्षण
Italianotopografia
Kurdîtopografya
Latviešutopogrāfija
Kiswahilitopografia
Türkçetopografya
Українськатопографія
Tiếng Việtđịa hình học
繁體中文測地學
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free