Meaning of τεμπελιά | Babel Free
/tem.beˈʎa/Ορισμοί
η ιδιότητα του τεμπέλη, η οκνηρία, η μόνιμη σχόλη, η απροθυμία να διεκπεραιώσει κάποιος οιαδήποτε υποχρέωση
Παραδείγματα
“※ Τέλος πάντων, το ζήτημα είναι πως τα συμφέροντα, η τεμπελιά και η άγνοια με έριξαν στην ανθυγιεινή αγκαλιά της βιομηχανίας που έμελλε να με σκοτώσει αργά και ηδονικά. (Λένα Διβάνη, Εγώ ο Ζάχος Ζάχαρης (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2024)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.