Meaning of τεμαχίζω | Babel Free
/te.maˈçi.zo/Ορισμοί
- κόβω ένα αντικείμενο σε τεμάχια
- διαχωρίζω σε ξεχωριστά μέρη μια μεγάλη έκταση
Παραδείγματα
“※ Θυμάμαι ότι κάποια στιγμή, μας φέρανε ποσότητες από κρέατα. Ήταν, προφανώς, από κάποιο κρεοπωλείο. Βάλαμε, τότε, το νεαρό αρχιμάγειρα, τεμάχισε το κρέας σε μικρά κομμάτια κι αρχίσαμε να μοιράζουμε σουβλάκια. (Γιώργος Γάτος, Πολυτεχνείο'73, εκδ. Φιλιππότη, 2002, σελ. 232)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.