Conjugation of τεμαχίζω
te.maˈçi.zoδιαχωρίζω σε ξεχωριστά μέρη μια μεγάλη έκταση Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τεμαχίζω |
| εσύ | τεμαχίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | τεμαχίζει |
| εμείς | τεμαχίζουμε |
| εσείς | τεμαχίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τεμαχίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | τεμάχιζα |
| εσύ | τεμάχιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τεμάχιζε |
| εμείς | τεμαχίζαμε |
| εσείς | τεμαχίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τεμάχιζαν |
Αόριστος
| εγώ | τεμάχισα |
| εσύ | τεμάχισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τεμάχισε |
| εμείς | τεμαχίσαμε |
| εσείς | τεμαχίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τεμάχισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα τεμαχίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | τεμαχίσω |
| εσύ | τεμαχίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | τεμαχίσει |
| εμείς | τεμαχίσουμε |
| εσείς | τεμαχίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τεμαχίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | τεμάχιζε |
| εσείς | τεμαχίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | τεμάχισε |
| εσείς | τεμαχίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | τεμαχίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τεμαχίζομαι |
| εσύ | τεμαχίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | τεμαχίζεται |
| εμείς | τεμαχιζόμαστε |
| εσείς | τεμαχίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τεμαχίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | τεμαχιζόμουν |
| εσύ | τεμαχιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | τεμαχιζόταν |
| εμείς | τεμαχιζόμασταν |
| εσείς | τεμαχιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τεμαχίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | τεμαχίστηκα |
| εσύ | τεμαχίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τεμαχίστηκε |
| εμείς | τεμαχιστήκαμε |
| εσείς | τεμαχιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τεμαχίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα τεμαχιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | τεμαχιστώ |
| εσύ | τεμαχιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | τεμαχιστεί |
| εμείς | τεμαχιστούμε |
| εσείς | τεμαχιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τεμαχιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | τεμαχίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | τεμαχίσου |
| εσείς | τεμαχιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | τεμαχιστεί |