HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τεμαχίζω — definition

Conjugation of τεμαχίζω

Regular CEFR B2
te.maˈçi.zo

διαχωρίζω σε ξεχωριστά μέρη μια μεγάλη έκταση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τεμαχίζω
εσύ τεμαχίζεις
αυτός / αυτή / αυτό τεμαχίζει
εμείς τεμαχίζουμε
εσείς τεμαχίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά τεμαχίζουν
Παρατατικός
εγώ τεμάχιζα
εσύ τεμάχιζες
αυτός / αυτή / αυτό τεμάχιζε
εμείς τεμαχίζαμε
εσείς τεμαχίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά τεμάχιζαν
Αόριστος
εγώ τεμάχισα
εσύ τεμάχισες
αυτός / αυτή / αυτό τεμάχισε
εμείς τεμαχίσαμε
εσείς τεμαχίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τεμάχισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τεμαχίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τεμαχίσω
εσύ τεμαχίσεις
αυτός / αυτή / αυτό τεμαχίσει
εμείς τεμαχίσουμε
εσείς τεμαχίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά τεμαχίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τεμάχιζε
εσείς τεμαχίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τεμάχισε
εσείς τεμαχίστε
Απαρέμφατο αορίστου
τεμαχίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τεμαχίζομαι
εσύ τεμαχίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό τεμαχίζεται
εμείς τεμαχιζόμαστε
εσείς τεμαχίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά τεμαχίζονται
Παρατατικός
εγώ τεμαχιζόμουν
εσύ τεμαχιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό τεμαχιζόταν
εμείς τεμαχιζόμασταν
εσείς τεμαχιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά τεμαχίζονταν
Αόριστος
εγώ τεμαχίστηκα
εσύ τεμαχίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό τεμαχίστηκε
εμείς τεμαχιστήκαμε
εσείς τεμαχιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά τεμαχίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τεμαχιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τεμαχιστώ
εσύ τεμαχιστείς
αυτός / αυτή / αυτό τεμαχιστεί
εμείς τεμαχιστούμε
εσείς τεμαχιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τεμαχιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τεμαχίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τεμαχίσου
εσείς τεμαχιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
τεμαχιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary