Meaning of ταύτιση | Babel Free
Ορισμοί
- η ενέργεια με την οποία κάποιος ταυτίζει κάποιον/κάτι με κάποιον/κάτι άλλο· το να είναι ή να θεωρείται ή να αναγνωρίζεται κάτι ως ίδιο με κάτι άλλο
- το να ταυτίζεται συναισθηματικά κάποιος με κάποιον άλλον, να μπαίνει στη θέση του και να μοιράζεται τα συναισθήματά του
- το να αναγνωρίζει κάποιος ότι ανήκει σε ένα ευρύτερο σύνολο και ενστερνίζεται τους στόχους του
Παραδείγματα
“※ η σημερινή ταύτιση των ακροδεξιών σχηματισμών με μια κεντροαριστερή αντιπολίτευση που βιώνει εμφανή κρίση στρατηγικού προσανατολισμού, εκλαμβάνει (και, σ’ έναν δεύτερο χρόνο, υποδεικνύει) αυτά τα δυο «άκρα» ως συγκοινωνούντα δοχεία υποδοχής της κοινωνικής δυσαρέσκειας. (Χωροταξικός «αριστεροχουντισμός», 16/07/23, efsyn.gr https://www.efsyn.gr/themata/kryfa-hartia/397685_horotaxikos-aristerohoyntismos#goog_rewarded)”
“Η ταύτιση του κάλλους με το αγαθό στην Ελληνική λογοτεχνία. Ένας πολιτισμικός κώδικας (τίτλος άρθρου του Ερατοσθένη Καψωμένου, καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων)”
“η ταύτιση του αναγώστη με τον κεντρικό ήρωα του μυθιστορήματος”
“η ταύτιση των οπαδών με την ποδοσφαιρική τους ομάδα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.