Meaning of ταμπούρι | Babel Free
/taˈbu.ɾi/Ορισμοί
-
αμυντικό προπέτασμα, χαράκωμα, οχύρωμα, προμαχώνας literally, vulgar
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
σημείο άμυνας ή κάλυψης figuratively
Παραδείγματα
“※ Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παλικάρια, / δώσ’ τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις χούφτες, / γλήγορα και να πιάσουμε κάτω στην Αλαμάνα, / που 'ναι ταμπούρια δυνατά κι όμορφα μετερίζια. (Του Διάκου, Τα Ελληνικά δημοτικά τραγούδια, Εκδοτικόν Γραφείον Σείριος, 1970, σελ. 82)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.