HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

Τάο

Ουσιαστικό CEFR C2

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. θεμελιώδης έννοια της κινεζικής φιλοσοφίας, που δηλώνει την πρωταρχική αρχή και την «τάξη» του κόσμου: την απρόσωπη, αυθύπαρκτη και αυτορρυθμιζόμενη διαδικασία από την οποία προκύπτουν και στην οποία υπάγονται όλα τα φαινόμενα, υλικά καιάυλα, χωρίς να ταυτίζεται με θεότητα και λειτουργώντας ως κοσμικός νόμος που διέπει την ισορροπία και τη μεταβολή

Ισοδύναμα

EnglishTao
Françaistao
Portuguêstão
9 more languages
Suomitao
Bahasa IndonesiaJalan Suci
Italianotao
日本語
한국어
Polskidaotao
Русскийда́о
TürkçeDaoTao
Tiếng Việtđảo

Παραδείγματα

“Ο Τάο έγραψε μια μελέτη για την αρχαία τέχνη.”

Tao wrote a study on ancient art.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη Τάο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free