Meaning of Τάο | Babel Free
Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- θεμελιώδης έννοια της κινεζικής φιλοσοφίας, που δηλώνει την πρωταρχική αρχή και την «τάξη» του κόσμου: την απρόσωπη, αυθύπαρκτη και αυτορρυθμιζόμενη διαδικασία από την οποία προκύπτουν και στην οποία υπάγονται όλα τα φαινόμενα, υλικά καιάυλα, χωρίς να ταυτίζεται με θεότητα και λειτουργώντας ως κοσμικός νόμος που διέπει την ισορροπία και τη μεταβολή
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.