Meaning of τάλιρο | Babel Free
/ˈtaliɾo/Ορισμοί
- νoμισματική μονάδα διαφόρων ευρωπαϊκών χωρών κατά το παρελθόν
- παλιό νόμισμα (1890-1921) της (ιταλικής αποικίας τής) Ερυθρέας
-
νόμισμα αξίας πέντε μονάδων (ευρώ, δραχμών κ.ο.κ.) vulgar
-
λεφτά, χρήματα (και στον πληθυντικό τάλιρα) vulgar
Παραδείγματα
“Τρελάθηκες; Μην δίνεις το τάλιρο στον ζητιάνο!”
Are you mad? Don't give that fiver to the beggar!
“※ Από την ποικιλία των ευρωπαϊκών νομισμάτων που κυκλοφορούν στον χώρο της Ανατολής, εκείνα που κυρίως έλκουν την προτίμηση του κοινού είναι τα βενετσιάνικα […] και ακολουθούν τα ισπανικά και τα αυστριακά τάλιρα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.