HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σύνθετα | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈsin.θe.ta/

Ορισμοί

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύνθετο
    accusative, nominative, plural, vocative
  2. σύνθετα: κατηγορία λέξεων
  3. οριστικά σύνθετα, όπου το πρώτο ή δεύτερο συνθετικό προσδιορίζει το άλλο σαν επιθετικός, επιρρηματικός ή ετερόπτωτος προσδιορισμός (π.χ. ακρόπολη: η άκρα πόλη)
  4. αντικειμενικά σύνθετα (π.χ. γεωγράφος: ο γράφων τη γη)
  5. κτητικά σύνθετα (π.χ. πολύκαρπος : που έχει πολλούς καρπούς)
  6. συνδετικά ή παρατακτικά σύνθετα (π.χ. ιατρόμαντις: και γιατρός και μάντις)

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σύνθετα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course