Σημασία του σύνθετα | Babel Free
ˈsin.θe.taΟρισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύνθετο accusative, nominative, plural, vocative
- σύνθετα: κατηγορία λέξεων
- οριστικά σύνθετα, όπου το πρώτο ή δεύτερο συνθετικό προσδιορίζει το άλλο σαν επιθετικός, επιρρηματικός ή ετερόπτωτος προσδιορισμός (π.χ. ακρόπολη: η άκρα πόλη)
- αντικειμενικά σύνθετα (π.χ. γεωγράφος: ο γράφων τη γη)
- κτητικά σύνθετα (π.χ. πολύκαρπος : που έχει πολλούς καρπούς)
- συνδετικά ή παρατακτικά σύνθετα (π.χ. ιατρόμαντις: και γιατρός και μάντις)
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free