HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σφραγίζω | Babel Free

Verb CEFR B2
sfɾaˈʝi.zo

Ορισμοί

  1. βάζω, επιθέτω σφραγίδα επάνω σε έγγραφο ή αντικείμενο, βουλώνω
  2. κλείνω κάτι ερμητικά, συνήθως βάζοντας σφραγίδα
  3. κλείνω με ειδικό κράμα την κοιλότητα που έχει δημιουργηθεί σε ένα δόντι
  4. έχω επιρροή ή συμμετέχω καθοριστικά σε κάτι
    figuratively
  5. , σφράγισε την πρόκριση, δημοσιογραφική φράση που σημαίνει ότι μια ομάδα εξασφάλισε και μαθηματικά την πρόκρισή της στην επόμενη φάση ή σε μία διοργάνωση, με βάση τη βαθμολογία.
    figuratively

Ισοδύναμα

English fill seal

Παραδείγματα

“※ Στις περιπτώσεις αυτές παραχωρείται άδεια διαμονής μισθωτού ή αυτοεργοδοτούμενου. Οι αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού σφραγίζονται από το Τμήμα Εργασίας. Το 2004 υποβλήθηκαν 5.292 αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού, κυρίως από Έλληνες ( 1.796 ) , Πολωνούς ( 1.131 ) και ... (Ετήσια Έκθεσις γραφείου δημοσίων πληροφοριών δια το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Κύπρος, 2004, σελ. 127)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σφραγίζω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course