Meaning of σφήνα | Babel Free
/ˈsfi.na/Ορισμοί
- το εργαλείο φτιαγμένο από διάφορα υλικά (ξύλο, μέταλλο κ.λπ.) και σε διάφορα σχήματα (τριγωνικό πρίσμα, κωνικό, κυλινδρικό κ.ά.), που τοποθετείται σ' ένα αντικείμενο που θέλουμε να το κόψουμε ή να το χωρίσουμε σε μικρότερα τμήματα
- το εργαλείο που χρησιμοποιείται για να συνδέσουμε ή να στερεώσουμε διάφορα αντικείμενα
- οτιδήποτε μοιάζει με σφήνα (1, 2)
-
κάτι που διακόπτει μια πορεία ή μια διαδικασία, παρεμβαλλόμενο ανάμεσα figuratively
Ισοδύναμα
English
Wedge
Παραδείγματα
“※ Μα ο πόθος δε χορταίνει όσο κι α φάει, / μες την καρδιά μου μπήγεται σα σφήνα. (Λορέντζος Μαβίλης, Έρως και θάνατος)”
“αυτή η είδηση μπήκε σφήνα, την τελευταία στιγμή προλάβαμε το τυπογραφείο”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.