HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σφήνα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/ˈsfi.na/

Ορισμοί

  1. το εργαλείο φτιαγμένο από διάφορα υλικά (ξύλο, μέταλλο κ.λπ.) και σε διάφορα σχήματα (τριγωνικό πρίσμα, κωνικό, κυλινδρικό κ.ά.), που τοποθετείται σ' ένα αντικείμενο που θέλουμε να το κόψουμε ή να το χωρίσουμε σε μικρότερα τμήματα
  2. το εργαλείο που χρησιμοποιείται για να συνδέσουμε ή να στερεώσουμε διάφορα αντικείμενα
  3. οτιδήποτε μοιάζει με σφήνα (1, 2)
  4. κάτι που διακόπτει μια πορεία ή μια διαδικασία, παρεμβαλλόμενο ανάμεσα
    figuratively

Ισοδύναμα

English Wedge

Παραδείγματα

“※ Μα ο πόθος δε χορταίνει όσο κι α φάει, / μες την καρδιά μου μπήγεται σα σφήνα. (Λορέντζος Μαβίλης, Έρως και θάνατος)”
“αυτή η είδηση μπήκε σφήνα, την τελευταία στιγμή προλάβαμε το τυπογραφείο”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σφήνα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course