Meaning of σφήκα | Babel Free
/ˈsfi.ka/Ορισμοί
- είδος εντόμου της τάξης Υμενόπτερα (λατινικά: Hymenoptera) με φαρμακερό κεντρί και με κίτρινες και μαύρες ρίγες
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Σφήκας
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Σφήκας
Ισοδύναμα
English
Wasp
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.