συσχέτιση
Ορισμοί
- η ενέργεια του συσχετίζω, ο προσδιορισμός της σχέσης που συνδέει δύο ή περισσότερα πρόσωπα ή πράγματα
- , (σχεσιακές βάσεις δεδομένων) η σχέση μεταξύ των γραμμών (rows) διαφορετικών πινάκων (tables) με την χρήση πρωτευόντων (primary keys) και εξωτερικών κλειδιών (foreign keys)
- πολυλεκτικοί όροι: ακεραιότητα συσχετίσεων, διάγραμμα οντοτήτων συσχετίσεων ή μοντέλο οντοτήτων συσχετίσεων
Ισοδύναμα
23 more languages
Catalàcorrelació
Češtinakorelace
Ελληνικάσυσχετισμός
हिन्दीसहसंबंध
Magyarösszefüggés
日本語相関
한국어상관
Kurdîkorelasyon
Nederlandscorrelatie
Portuguêscorrelação
Svenskakorrelation
ไทยสหสัมพันธ์
Українськакореля́ція
Παραδείγματα
“συντελεστής συσχέτισης”
correlation coefficient
“※ Η παλιγγενεσία αποτελεί εντροπική έκφανση. Το νέο έχει δική του υπόσταση, και σε βάθος γενεών η συσχέτιση με το παρελθόν καθίσταται περισσότερο συναισθηματική παρά θεμελιώδης. (Πολιτικολογίες: Παλιγγενεσία... από τι; kavalanews.gr, 22/03/2024 https://www.kavalanews.gr/40838-politikologies-paliggenesia.html)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free