Meaning of συρτή | Babel Free
Ορισμοί
- λόφος άμμου στο βυθό της θάλασσας, που μεταβάλλεται ως προς το σχήμα και τη θέση του από την επίδραση των υποθαλάσσιων ρευμάτων
- αλιευτικό εργαλείο που αποτελείται από πετονιά με αγκίστρια και ομοίωμα ψαριού στο άκρο του
Ισοδύναμα
English
Sirte
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.