συνολικά
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συνολικός
accusative, neuter, nominative, plural, vocative
Ισοδύναμα
6 more languages
Suomikaiken kaikkiaan
Galegoen total
Italianoin tutto
Portuguêsao todo
Русскийв о́бщей сло́жности
Türkçetoplam
Παραδείγματα
“※ Προσεγγίζοντας το μνημείο ολιστικά, οι προτεινόμενες επεμβάσεις έχουν ως στόχο να αντιμετωπιστούν οι όποιες παθογένειες, να οργανωθεί και να διαμορφωθεί ο ευρύτερος αρχαιολογικός χώρος και να αναδειχθεί το μνημείο συνολικά. (www.archaiologia.gr, 21.01.2022)”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free