Σημασία του συνθετικά | Babel Free
sin.θe.tiˈkaΟρισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνθετικό, ουδέτερου γένους του συνθετικός
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“※ Ταλαντούχος, τόσο συνθετικά όσο και στιχουργικά, ευαίσθητος, γεμάτος πάθος, ο Αττίκ βάζει τη σφραγίδα του στο ελληνικό ρομαντικό τραγούδι. (lifo.gr 2015.04.01.)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free