HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of συνθετικό | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/sin.θe.tiˈko/

Ορισμοί

  1. λέξη ή λεξικό επίθημα που βρίσκεται σε σύνθεση με άλλο
  2. συνώνυμο συνδετικό
  3. νήμα από συνθετική ύλη

Ισοδύναμα

English combining form

Παραδείγματα

“Στη λέξη πηγαινοέρχομαι το πρώτο συνθετικό είναι πηγαίνω και το δεύτερο συνθετικό είναι έρχομαι.”
“Στο σύνθετο μαχαιροπίρουνο το πρώτο συνθετικό είναι το θέμα της λέξης μαχαίρι με ένθημα -ο- και το δεύτερο συνθετικό είναι το θέμα της λέξης πιρούνι με κλιτικό επίθημα.”
“< υπώνυμα: πρώτο συνθετικό, δεύτερο συνθετικό, τρίτο συνθετικό”
“συνθετικό φωνήεν (που συνδέει, συνθέτει)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See συνθετικό used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course