Σημασία του συνθετικό | Babel Free
sin.θe.tiˈkoΟρισμοί
- λέξη ή λεξικό επίθημα που βρίσκεται σε σύνθεση με άλλο
- συνώνυμο συνδετικό
- νήμα από συνθετική ύλη
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Στη λέξη πηγαινοέρχομαι το πρώτο συνθετικό είναι πηγαίνω και το δεύτερο συνθετικό είναι έρχομαι.”
“Στο σύνθετο μαχαιροπίρουνο το πρώτο συνθετικό είναι το θέμα της λέξης μαχαίρι με ένθημα -ο- και το δεύτερο συνθετικό είναι το θέμα της λέξης πιρούνι με κλιτικό επίθημα.”
“< υπώνυμα: πρώτο συνθετικό, δεύτερο συνθετικό, τρίτο συνθετικό”
“συνθετικό φωνήεν (που συνδέει, συνθέτει)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free