συμβατός
Ορισμοί
- που καθορίζεται από σύμβαση
- που μπορεί να υπάρξει με κάτι άλλο
- που ταιριάζει και χρησιμοποιείται με κάτι άλλο
- που μπορεί:
- , (στο σχεσιακό μοντέλο) συμβατές λέγονται δύο σχέσεις R(A_1,A_2,...A_n) και S(A_1,A_2,...A_n), που έχουν τον ίδιο βαθμό n και τα ίδια πεδία ορισμού για τα στοιχεία των πλειάδων τους, δηλαδή dom(A_i)=dom(B_i) για 1≤i≤n, όπου dom, το αντίστοιχο πεδίο ορισμού
Ισοδύναμα
22 more languages
Ελληνικάταιριαστός
Galegocompatible
עבריתמתאים
Kurdîxung
Românăcompatibil
Русскийсовместный
Українськасумісний
Παραδείγματα
“να εκτελεστεί από συγκεκριμένο υπολογιστή· λέγεται για πρόγραμμα”
“να χρησιμοποιηθεί με συγκεκριμένη συσκευή· λέγεται για εξαρτήματα υπολογιστών”
“να λειτουργήσει ισοδύναμα με κάποιο, ευρύτερα γνωστό και χρησιμοποιούμενο, σύστημα”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free