στυπτηρία
Ορισμοί
- ονομασία πολλών θειικών αλάτων
-
η στύψη especially
Ισοδύναμα
36 more languages
العربيةشب
Българскистипца
বাংলাফটকিরি
Ελληνικάστύψη
فارسیزاج
Suomialuna
Magyartimsó
Bahasa Indonesiatawas
Italianoallume
ქართულიშაბი
한국어백반
Latinaalumen
Bahasa Melayutawas
မြန်မာကျောက်ချဉ်
Nederlandsaluin
Românăalaun
Русскийквасцы
Svenskaalun
தமிழ்படிக்காரம்
ไทยสารส้ม
Türkmençezäk
Tagalogtawas
Türkçesap
Tiếng Việtphèn
中文明礬
繁體中文明礬
Παραδείγματα
“※ Δέψη με στυπτηρία, ανθρακική σόδα και κονό μαγειρικό αλάτι. Για την «αδιαβροχοποίηση» (υδροαπωθητικότητα), εκτός της δέψης, επιχρίονται με κερί ή λίπη. (Βασιλική Ρόκου, Τα βυρσοδεψεία των Ιωαννίνων: από το εργαστήριο στο ..., Ελληνικά Γράμματα, 2004, σελ. 187)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free