Meaning of στερεό | Babel Free
Ορισμοί
- σώμα που βρίσκεται σε στερεά κατάσταση
- κάθε υλικό αντικείμενο που βρίσκεται σε κατάσταση στερεού (1) και δεν είναι εύπλαστο ή ελαστικό
- γεωμετρικό σχήμα τριών διαστάσεων
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.