στεατίτης
Ορισμοί
ορυκτός λίθος, μαλακός, χωρίς πόρους, που μπορεί κανείς εύκολα να επεξεργαστεί και μπορεί να δώσει λείες επιφάνειες. Το χρώμα του είναι άσπρο, ανοιχτό πράσινο ή γκρίζο
Ισοδύναμα
14 more languages
Češtinamastek
Ελληνικάσαπουνόπετρα
हिन्दीसेलखड़ी
한국어동석
Latinasteatitis
Nederlandsspeksteen
Polskisteatyt
Portuguêspedra-sabão
ไทยหินสบู่
Türkçesabun taşı
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free