Meaning of στεατοηπατίτιδα | Babel Free
Ορισμοί
παθολογική κατάσταση κατά την οποία η συσσώρευση λίπους στο ήπαρ (λιπώδης διήθηση) συνοδεύεται από ενεργή φλεγμονή και καταστροφή των ηπατικών κυττάρων, αποτελώντας το κρίσιμο στάδιο που μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμες βλάβες, όπως η ίνωση και η κίρρωση
Παραδείγματα
“※ Η στεατοηπατίτιδα (MASH) συχνά συνδέεται με παχυσαρκία, διαβήτη τύπου 2 και καρδιομεταβολικά προβλήματα. (19.11.2025)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.