Meaning of στακάτο | Babel Free
/staˈka.to/Ορισμοί
μουσικός όρος που υποδεικνύει την εκτέλεση των νοτών σε συντομότερο χρόνο απ’ ό,τι αναγράφεται στο πεντάγραμμο και με παύσεις ανάμεσά τους
Ισοδύναμα
English
Staccato
Παραδείγματα
“※ ένα «ντο» που ανήκει σε μια μελωδία παιγμένη λεγκάτο, φορτίσιμο, με πολύ βιμπράτο, στην υψηλότερη περιοχή ενός βιολιού, διαφέρει από ένα «ντο» μιας άλλης μελωδίας παιγμένης στακάτο (Μουσικολογία, τομ. 1, εκδ. Οδυσσέας, 1986, σελ. 110)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.