Meaning of στένωση | Babel Free
/ˈste.no.si/Ορισμοί
- η ύπαρξη μειωμένου πλάτους σε κάποιο σημείο
- αφύσικη μείωση του πλάτους ή της διαμέτρου σε αιμοφόρο αγγείο ή άλλο όργανο
- ≈ συνώνυμα: περιορισμός σημασίας
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: στένωμα”
“παραδειγμα Η αρχαία λέξη «ἀποκοπή» (με πολλές σημασίες, όπως και στο νεοελληνικό αποκοπή) απαντά στους μεσαιωνικούς χρόνους, αλλά με στένωση της σημασίας της σε οικονομικό όρο που τον συναντάμε στο σύγχρονο κατ' αποκοπή(ν).”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.