Meaning of στάθμη | Babel Free
/ˈstaθ.mi/Ορισμοί
- το σημείο στο οποίο βρίσκεται η επιφάνεια ήρεμου υγρού, δηλαδή η κάθετη απόσταση από κάποια σταθερή επιφάνεια π.χ. την επιφάνεια του εδάφους ή του πάτου του δοχείου
-
το επίπεδο μιας κοινωνίας figuratively
- η τιμή ενός φυσικού μεγέθους σε λογαριθμική κλίμακα, με μονάδα μέτρησης το ντεσιμπέλ
-
ζυγαριά dated
Ισοδύναμα
English
level
Παραδείγματα
“η στάθμη της θάλασσας”
the level of the sea
“δείτε τη Συζήτηση:στάθμη και τις λέξεις στάθμιση, ηχοστάθμιση”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.