Meaning of σπόρος | Babel Free
/[ˈspo̞ro̞s]/Ορισμοί
- ανδρικό παρατσούκλι
- το σπέρμα του καρπού των φυτών που αναπαράγεται
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Σπόρου)
- η σπορά
- το σπέρμα των αρσενικών
-
το παιδί, το τέκνο κάποιου figuratively
- το μικροκαμωμένο άτομο
-
η αρχή, η αφετηρία figuratively
Ισοδύναμα
English
seed
Παραδείγματα
“※ Ο Γιάννης Σταματίου, ο ξακουστός Σπόρος, υπήρξε ένας από τους πιο προικισμένους σολίστες του μπουζουκιού όλων των εποχών”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.