Meaning of σπείραμα | Babel Free
Ορισμοί
- μικρό φίλτρο των νεφρών (χρησιμοποιείται στον πληθυντικό σπειράματα)
- όρος για ενδομήτρια συσκευή αντισύλληψης, κοινά ονομαζόμενη σπιράλ, αναφερόμενη και με τα αρχικά IUD στα αγγλικά
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.