σουρβιά
Ορισμοί
μικρό φυλλοβόλο δέντρο του γένους Sorbus, με σύνθετα φύλλα, μικρά άσπρα άνθη και μικρούς σφαιρικούς καρπούς, συνήθως κίτρινους ή κόκκινους
Ισοδύναμα
14 more languages
Catalàserva
ČeštinaLužický Srb
Cymraegcriafol
Ελληνικάσούρβο
Magyarszorb
Italianosorbo
PolskiSerbołużyczanin
Svenskasorbiska
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free