σμήναρχος
Ορισμοί
ανώτερος αξιωματικός της πολεμικής αεροπορίας, ανώτερος από τον αντισμήναρχο και κατώτερος από τον ταξίαρχο. Ο βαθμός του είναι ισοδύναμος με αυτόν του συνταγματάρχη για τον στρατό ξηράς και του πλοιάρχου για το ναυτικό
Ισοδύναμα
1 more languages
한국어대령
Παραδείγματα
“Ο σμήναρχος επιθεώρησε τα αεροσκάφη της βάσης.”
The wing commander inspected the aircraft of the base.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free