Meaning of σμήγμα | Babel Free
Ορισμοί
λιπώδης, συνήθως λευκοκίτρινη ουσία που εκκρίνεται από σμηγματογόνους αδένες και από αποπίπτοντα επιθηλιακά κύτταρα, σχηματίζοντας προστατευτικό φιλμ στο δέρμα και —ιδίως στις πτυχές των γεννητικών οργάνων— τείνοντας να συσσωρεύεται ως χαρακτηριστικό έκκριμα
Ισοδύναμα
English
Smegma
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.