Meaning of σκεύη | Babel Free
Ορισμοί
- το σύνολο από υλικά αντικείμενα ή πνευματικά εφόδια που είναι απαραίτητα σε έναν άνθρωπο, προκειμένου να φέρει σε πέρας ένα έργο, ο υλικός ή πνευματικός εξοπλισμός κάποιου
- γυναικείο όνομα
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκεύος accusative, nominative, plural, vocative
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Σκεύης)
Παραδείγματα
“Η επιτυχημένη σειρά ... ποντάρει στην αφηγηματική δεινότητα των φιλοξενούμενων συγγραφέων για να διατηρήσει αδιάπτωτο το ενδιαφέρον των αναγνωστών. Ο καθένας, ανάλογα με την ιδιωτική και δημόσια σκευή του, ενδεχομένως εκλαμβάνει την «παραγγελία» λίγο διαφορετικά.”
“(για πολεμιστή) ο οπλισμός”
“(στο αρχαίο θέατρο) η μάσκα και η ενδυμασία των υποκριτών”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.