σκελέα
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- εσώρουχο σε σχήμα παντελονιού, κυρίως στρατιωτικής χρήσης· (μακρύ) σώβρακο
Ισοδύναμα
Françaiscaleçon
Παραδείγματα
“στους νεοσύλλεκτους φαντάρους, μαζί με τις στολές και τα υπόλοιπα στρατιωτικά είδη, δίνουν και σκελέες, που τις φορούν συνήθως όταν έχει πολύ κρύο”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free