HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σκαλωσιά

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
ska.loˈsça

Ορισμοί

προσωρινή, συνήθως πρόχειρη κατασκευή για τη διευκόλυνση ανέγερσης μιας πιο μόνιμης κατασκευής ή άλλης εργασίας όπως το βάψιμο κτιρίου

Ισοδύναμα

25 more languages
Bosanskitrena
Catalàbastida
Češtinalešení
Ελληνικάικρίωμα
Hrvatskitrena
Bahasa Indonesiabaganjenjangsteger
日本語足場
ქართულიხარაჩო
한국어비계
Nederlandssteigerstellage
Portuguêsandaime
Românăeșafodaj
Shqiptrena
Српскиtrena
Türkçeiskele
Tiếng Việtgiángian giảo

Παραδείγματα

“Ανέβηκε στη σκαλωσιά για να βάψει τον τοίχο.”

He climbed the scaffolding to paint the wall.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σκαλωσιά σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free