σκαλπ
Ορισμοί
Ισοδύναμα
13 more languages
Češtinaskalpovat
Suomiskalpeerata
Italianocuoio capelluto
Nederlandsscalperen
Portuguêsescalpelar
Svenskaskalpera
中文頭皮
繁體中文頭皮
Παραδείγματα
“※ ο γηραιότερος της φυλής άνοιξε το χορό, κάλεσε έναν πολεμιστή και του έδωσε ένα μακρύ, λεπτό κοντάρι που είχε πάνω του στερεωμένα σκαλπ. Ο πολεμιστής αφηγήθηκε μια ιστορία ανδρείας και έπειτα... (Φίλιπ Μάγιερ, Ο γιος, εκδ. Καστανιώτη)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free