Meaning of σιλό | Babel Free
Ορισμοί
- κυλινδρική κατασκευή που χρησιμοποιείται για αποθήκευση χύδην στερεών υλικών (δημητριακών, χαλικιών κτλ.) και τροφοδοσία (φορτοεκφόρτωση)
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- κυλινδρική κατασκευή που βρίσκεται υπογείως για τη φύλαξη πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.