HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σιγμός | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. συριγμός, τραχύς συνεχής ήχος
  2. ιατρικά αναφέρεται στον ήχο που προκαλείται κατά την αναπνευστική προπάθεια σε περίπτωση απόφραξης του ανώτερου αναπνευστικού (αεραγωγός) πχ πνιγμονή από ξένο σώμα (φαγητό) , σε αντίθεση με τον συριγμό (=σφύριγμα) που αναφέρεται σε απόφραξη κατώτερου αναπνευστικού πχ άσθμα

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σιγμός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course