Meaning of σιγμός | Babel Free
Ορισμοί
- συριγμός, τραχύς συνεχής ήχος
- ιατρικά αναφέρεται στον ήχο που προκαλείται κατά την αναπνευστική προπάθεια σε περίπτωση απόφραξης του ανώτερου αναπνευστικού (αεραγωγός) πχ πνιγμονή από ξένο σώμα (φαγητό) , σε αντίθεση με τον συριγμό (=σφύριγμα) που αναφέρεται σε απόφραξη κατώτερου αναπνευστικού πχ άσθμα
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.