Meaning of σιγοντάρισμα | Babel Free
Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σιγοντάρω
- το να κάνεις σεγκόντο
-
η υποστήριξη που παρέχεται σε κάποιον, κυρίως με την έννοια της προώθησης μιας ιδέας, ενός ατόμου (π.χ. έναν υπάλληλο για μια θέση) figuratively
- στην ιστιοπλοΐα, όταν ο άνεμος αλλάζει διεύθυνση και έρχεται πιο κλειστά βοηθώντας το ιστιοφόρο να ακολουθήσει πορεία πιο κοντά στο επιθυμητό στόχο
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: σεγκοντάρισμα, σεκοντάρισμα, σεγοντάρισμα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.