HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σιγοντάρισμα | Babel Free

Noun CEFR C1

Ορισμοί

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σιγοντάρω
  2. το να κάνεις σεγκόντο
  3. η υποστήριξη που παρέχεται σε κάποιον, κυρίως με την έννοια της προώθησης μιας ιδέας, ενός ατόμου (π.χ. έναν υπάλληλο για μια θέση)
    figuratively
  4. στην ιστιοπλοΐα, όταν ο άνεμος αλλάζει διεύθυνση και έρχεται πιο κλειστά βοηθώντας το ιστιοφόρο να ακολουθήσει πορεία πιο κοντά στο επιθυμητό στόχο

Παραδείγματα

“άλλες μορφές: σεγκοντάρισμα, σεκοντάρισμα, σεγοντάρισμα”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σιγοντάρισμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course