Meaning of σηκός | Babel Free
/siˈkos/Ορισμοί
- ο κεντρικός και κύριος (στον άξονα του μήκους) χώρος του αρχαίου ελληνικού ναού, όπου τοποθετούνταν το άγαλμα του θεού, στον οποίο ήταν αφιερωμένος ο ναός
- περίφραξη της ιερής ελιάς
-
εσοχή σε τοίχο, όπου τοποθετούνταν άγαλμα ή αγγείο figuratively
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.