Meaning of σβηστός | Babel Free
Ορισμοί
που έχει σβηστεί, που δεν καίει πια ή δεν βρίσκεται σε λειτουργία
Παραδείγματα
“βεβαιώσου ότι το αποτσίγαρο είναι σβηστό πριν το πετάξεις”
“τα φώτα ήταν σβηστά”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.