Meaning of σβέρκος | Babel Free
/ˈzveɾ.kos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- το πίσω μέρος του λαιμού
Ισοδύναμα
English
Nape
Παραδείγματα
“※ Σαΐτα ήταν ο Θανασάκης κι αν δεν έπεφτε εκεί μέσα στους Στύλους, ούτε που θα τον έπιανε. Ανελέητος ο κούτσαβος, τον γράπωσε και του 'σπασε το σβέρκο. (Ελένη Πριοβόλου, Όπως ήθελα να ζήσω, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.