Meaning of σαύρα | Babel Free
/ˈsav.ɾa/Ορισμοί
- όνομα αστερισμού του βόρειου ημισφαιρίου. Σημειώθηκε πρώτη φορά στο Firmamentum Sobiescianum του Hevelius το 1687 κι ανήκει στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση
- μικρό τετράποδο σαυρόμορφο ερπετό με μακριά ουρά, του οποίου το δέρμα καλύπτεται από φολίδες, συχνά πρασινωπές με κηλίδες
-
άνθρωπος κακάσχημος, αποκρουστικός figuratively
-
άνθρωπος κακός και πονηρός broadly
Ισοδύναμα
English
Lizard
Παραδείγματα
“συντομογραφία: Lac”
“≈ συνώνυμα: γουστέρα”
“< υπώνυμα: ακονάκι, γενειοφόρος δράκος, γκέκο, σκίγγος, σκίγκος, χαμαιλέων”
“Αυτή είναι σαν τα κρύα τα νερά, ο άντρας της όμως είναι σκέτη σαύρα!”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.