σαύρα
Ορισμοί
- όνομα αστερισμού του βόρειου ημισφαιρίου. Σημειώθηκε πρώτη φορά στο Firmamentum Sobiescianum του Hevelius το 1687 κι ανήκει στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση
- μικρό τετράποδο σαυρόμορφο ερπετό με μακριά ουρά, του οποίου το δέρμα καλύπτεται από φολίδες, συχνά πρασινωπές με κηλίδες
-
άνθρωπος κακάσχημος, αποκρουστικός figuratively
-
άνθρωπος κακός και πονηρός broadly
Ισοδύναμα
31 more languages
Afrikaansakkedis
Azərbaycan dilikərtənkələ
Българскигущер
Bosanskičičak
Češtinaještěrka
DeutschEidechse
Esperantolacerto
Suomisisilisko
Galegolagarto
Hrvatskičičak
Magyargyík
Bahasa Indonesiakadal
Italianolucertola
Latinalacerta
Lietuviųdriežas
Македонскигуштер
Bahasa Melayucicak
Nederlandshagedis
Polskijaszczurka
PortuguêsLacerta
Русскийящерица
Slovenčinajašterica
Türkçekertenkele
Українськаящірка
繁體中文蠍虎座
Παραδείγματα
“συντομογραφία: Lac”
“≈ συνώνυμα: γουστέρα”
“< υπώνυμα: ακονάκι, γενειοφόρος δράκος, γκέκο, σκίγγος, σκίγκος, χαμαιλέων”
“Αυτή είναι σαν τα κρύα τα νερά, ο άντρας της όμως είναι σκέτη σαύρα!”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free