σαχλίτσα
Ορισμοί
- μικρή σάχλα, σαχλαμαρίτσα
-
, (κυρίως στον πληθυντικό) λόγια ή πράξεις με παιχνιδιάρικη διάθεση figuratively
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free