Meaning of σαρωτής | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
συσκευή που σαρώνει μια επιφάνεια με κείμενο ή εικόνες και δημιουργεί ένα ψηφιακό αρχείο με τα περιεχόμενά της το οποίο μπορεί να αποθηκευτεί σε ηλεκτρονικό υπολογιστή neologism
-
κάθε ηλεκτρονικό σύστημα σάρωσης και ανίχνευσης general
Ισοδύναμα
English
Scanner
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.