Meaning of σαμποτέρ | Babel Free
/sa.boˈteɾ/Ορισμοί
το πρόσωπο που εσκεμμένα και μυστικά προκαλεί καταστροφές στον εχθρό (στον πόλεμο) ή παρεμποδίζει τη λειτουργία μιας υπηρεσίας ή επιχείρησης, αυτός που κάνει σαμποτάζ
Ισοδύναμα
English
saboteur
Παραδείγματα
“≋ ταυτόσημα: δολιοφθορέας”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.