Meaning of Σαλονίκη | Babel Free
/sa.loˈni.ci/Ορισμοί
-
άλλη μορφή του Θεσσαλονίκη vulgar
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Σαλονίκης
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Σαλονίκης
Ισοδύναμα
English
Thessaloniki
Παραδείγματα
“※ Σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη ξημερώματα / λείπει το βλέμμα σου απ’ της αυγής τα χρώματα.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.